Το 2025 η οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) ξεκίνησε καλύτερα απ’ ό,τι αναμενόταν. Προβλέπεται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται με μέτριο ρυθμό φέτος, ενώ η ανάπτυξη αναμένεται να επιταχυνθεί το 2026, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα της παγκόσμιας πολιτικής και τις εμπορικές εντάσεις.
Οι εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2025 της Επιτροπής προβλέπουν αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 1,1% το 2025 στην ΕΕ και κατά 0,9% στη ζώνη του ευρώ — σε γενικές γραμμές με τον ίδιο ρυθμό που καταγράφηκε το 2024. Το 2026 η ανάπτυξη αναμένεται να επιταχυνθεί στο 1,5% στην ΕΕ και στο 1,4% στη ζώνη του ευρώ. Ο ονομαστικός πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ προβλέπεται να επιβραδυνθεί από 2,4% το 2024 σε 2,1% κατά μέσο όρο το 2025 και σε 1,7% το 2026. Στην ΕΕ, ο πληθωρισμός αναμένεται να εμφανίσει παρόμοια δυναμική, υποχωρώντας, από ένα ελαφρώς υψηλότερο επίπεδο το 2024, λίγο κάτω από το 2% το 2026.
Ο Βάλντις Ντομπρόβσκις, Επίτροπος Οικονομίας και Παραγωγικότητας, Εφαρμογής και Απλούστευσης, δήλωσε σχετικά: «Η οικονομία της ΕΕ δείχνει ανθεκτικότητα σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από υψηλές εμπορικές εντάσεις και αύξηση της παγκόσμιας αβεβαιότητας. Υποστηριζόμενη από μια εύρωστη αγορά εργασίας και από την αύξηση των μισθών, η ανάπτυξη αναμένεται να συνεχιστεί το 2025, αν και με μέτριο ρυθμό. Ο πληθωρισμός μειώνεται ταχύτερα απ’ ό,τι προβλεπόταν και βρίσκεται σε καλό δρόμο για την επίτευξη του στόχου του 2% φέτος. Ωστόσο, δεν μπορούμε να εφησυχάζουμε. Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές παραμένουν καθοδικοί και, ως εκ τούτου, η ΕΕ πρέπει να αναλάβει αποφασιστική δράση για να τονωθεί η ανταγωνιστικότητά μας.»
Οικονομικές προβλέψεις για την Ελλάδα
Η ελληνική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει την ισχυρή δυναμική της και να αναπτυχθεί κατά 2,3% το 2025 και 2,2% το 2026, χάρη στη συνεχή αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Ο πληθωρισμός αναμένεται να συγκρατηθεί στο 2,3% έως το 2026, με τις ισχυρές εξελίξεις στους μισθούς και τη ζήτηση να εξακολουθούν να ασκούν πιέσεις στις τιμές καταναλωτή. Η Ελλάδα πέτυχε σημαντικό δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2024, το οποίο αναμένεται να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων. Με τη βοήθεια της ισχυρής αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ συνεχίζει να μειώνεται και αναμένεται να φθάσει το 140,6% το 2026.
Η οικονομία διατηρεί τη δυναμική της παρά τους αντίθετους ανέμους
Το 2024, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,3%. Αυτό τροφοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τη δημιουργία αποθεμάτων. Παρά τη συρρικνωτική δημοσιονομική πολιτική, η αύξηση της εγχώριας ζήτησης ήταν ισχυρή και συνεπαγόταν σημαντική αύξηση των εισαγωγών, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν με βραδύτερο ρυθμό. Ως εκ τούτου, οι καθαρές εξαγωγές επιβάρυναν την οικονομική δραστηριότητα.
Με την πρόοδο του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, οι χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ επενδύσεις αναμένεται να είναι σημαντικές το 2025 και το 2026. Μαζί με τη συνεχιζόμενη ισχυρή κατανάλωση, που υποστηρίζεται από τη σταθερή αύξηση του εισοδήματος, αυτές αναμένεται να αποτελέσουν τους κύριους μοχλούς της οικονομικής ανάπτυξης. Η εισαγωγική ζήτηση θα παραμείνει ισχυρή, δεδομένου του υψηλού εισαγωγικού περιεχομένου των επενδύσεων. Συνολικά, η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να συνεχίσει να υπερβαίνει το μακροπρόθεσμο δυναμικό του, με ρυθμούς 2,3% το 2025 και 2,2% το 2026. Η ελληνική οικονομία αναμένεται να επηρεαστεί μόνο ήπια από τους δασμούς των ΗΠΑ, λόγω των σχετικά αδύναμων άμεσων και έμμεσων εμπορικών δεσμών της με τις ΗΠΑ. Ωστόσο, οι κίνδυνοι για τις προοπτικές ανάπτυξης αυξήθηκαν και κλίνουν προς τα κάτω, καθώς η επίμονη αύξηση της εμπορικής και γεωπολιτικής αβεβαιότητας σε συνδυασμό με την επιδείνωση των παγκόσμιων οικονομικών προοπτικών θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τις ελληνικές εξαγωγές, ιδίως τον τουρισμό.
Αυστηρότερη αγορά εργασίας και συνεχής αύξηση των μισθών
Η αγορά εργασίας βελτιώθηκε τα τελευταία χρόνια και η ευνοϊκή δυναμική μεταφέρθηκε στις αρχές του 2025, όπως αποδεικνύεται από την περαιτέρω μείωση του ποσοστού ανεργίας τον Φεβρουάριο στο 8,6%. Μετά από μια κορύφωση το πρώτο τρίμηνο του 2024, τα ποσοστά κενών θέσεων εργασίας έχουν αρχίσει να μειώνονται, αλλά εξακολουθούν να υποδηλώνουν μια σφιχτή αγορά εργασίας, ιδίως σε τομείς που σχετίζονται με τον τουρισμό και σε εκείνους που απαιτούν υψηλές δεξιότητες. Η απασχόληση θα συνεχίσει να επεκτείνεται, αν και με βραδύτερο ρυθμό, καθώς τα κενά σε δεξιότητες και η χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας, ιδίως μεταξύ των γυναικών, περιορίζουν την προσφορά εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πραγματικοί μισθοί ανά εργαζόμενο αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω, κατά μέσο όρο κατά 1,3% ετησίως κατά τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων. Αυτό υποστηρίζεται επίσης από τις πρόσφατες αυξήσεις του κατώτατου μισθού και τη μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.
Ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ
Ο συνολικός πληθωρισμός ανήλθε κατά μέσο όρο σε 3% το 2024, 0,6 μονάδες βάσης πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Ο αποπληθωρισμός περιορίστηκε από την επιτάχυνση των τιμών των υπηρεσιών και την άνοδο των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος. Όσον αφορά το μέλλον, οι μισθοί αναμένεται να συνεχίσουν να ασκούν ανοδικές πιέσεις στις τιμές. Ως εκ τούτου, ο πληθωρισμός των υπηρεσιών αναμένεται να επιβραδυνθεί μόνο σταδιακά κατά τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων. Συνολικά, ο πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,8% το 2025 και στο 2,3% το 2026. Ο πληθωρισμός χωρίς την ενέργεια και τα τρόφιμα προβλέπεται να παραμείνει υψηλότερος, στο 3,5% και στο 2,6% το 2025 και το 2026, αντίστοιχα.
Ισχυρότερες δημοσιονομικές προοπτικές λόγω διαρθρωτικών κερδών
Το 2024, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ξεπέρασε σημαντικά τις προσδοκίες και κατέγραψε πλεόνασμα 1,3% του ΑΕΠ, έναντι ελλείμματος 0,6% του ΑΕΠ που προβλεπόταν στις φθινοπωρινές προβλέψεις. Η βελτίωση αυτή οφείλεται στη συγκρατημένη αύξηση των τρεχουσών δαπανών, στα υψηλότερα από τα αναμενόμενα έσοδα από άμεσους φόρους και στις ισχυρές εισπράξεις από εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, που συνδέονται όχι μόνο με τη σταθερή αύξηση της απασχόλησης αλλά και με μέτρα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας, όπως η ψηφιακή κάρτα εργασίας και οι αυστηρότερες απαιτήσεις υποβολής δηλώσεων για τις δηλώσεις ΦΠΑ.
Το 2025, το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να μειωθεί, φθάνοντας το 0,7% του ΑΕΠ. Από την πλευρά των εσόδων, η πρόβλεψη αντικατοπτρίζει το υψηλότερο βασικό επίπεδο λόγω της ισχυρότερης από την αναμενόμενη επίδοσης των εσόδων το 2024 και λαμβάνει υπόψη την αύξηση του φόρου διανυκτέρευσης στα ξενοδοχεία, τα διαρθρωτικά μέτρα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας στους τομείς των τροφίμων και του τουρισμού, με στόχο τη μείωση της αδήλωτης εργασίας και την αύξηση των τελών της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τα μέτρα αυτά αναμένεται να αντισταθμίσουν τον αντίκτυπο της σχεδιαζόμενης μείωσης κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του συντελεστή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και της αύξησης των μισθών του δημόσιου τομέα. Από την πλευρά των δαπανών, οι προβλέψεις ενσωματώνουν μια νέα δέσμη μέτρων, ύψους 0,5% του ΑΕΠ, η οποία ανακοινώθηκε μετά τη δημοσίευση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του 2024 και περιλαμβάνει την επιστροφή ενός μηνιαίου ενοικίου με εισοδηματικά κριτήρια, ένα μόνιμο κοινωνικό επίδομα ύψους 250 ευρώ σε χαμηλοσυνταξιούχους, ανασφάλιστους ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρία, καθώς και μια ετήσια αύξηση του εθνικού προϋπολογισμού επενδύσεων κατά 500 εκατ. ευρώ.
Το 2026, το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να αυξηθεί στο 1,4% του ΑΕΠ με την παραδοχή της αμετάβλητης πολιτικής. Η βελτίωση αυτή αναμένεται να υποστηριχθεί από τη συνεχή αύξηση των φορολογικών εσόδων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες αναμένεται να αντισταθμίσουν τις αυξανόμενες δαπάνες για συντάξεις και μισθούς του δημόσιου τομέα. Ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι επεκτατικός, με τη στήριξη της χρηματοδότησης της ΕΕ, τόσο το 2025 όσο και το 2026.
Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ προβλέπεται να συνεχίσει να μειώνεται στο 146,6% το 2025 και στο 140,6% το 2026. Η μείωση αναμένεται να προέλθει από την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ καθώς και από τα δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Πηγή: greece.representation.ec.europa.eu & economy-finance.ec.europa.eu



