Σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, η Ελλάδα εξακολουθεί να πάσχει από χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών και πολύ υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας των γυναικών.
Σημαντικό μέρος του προβλήματος έγκειται στη σχετική έλλειψη θέσεων μερικής απασχόλησης σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης.
Τα συστήματα επιδομάτων έχουν χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ για να συμβάλουν στην ανάπτυξη μιας νέας αγοράς εργασίας με περισσότερη μερική απασχόληση. Τα συστήματα αυτά παρέχουν μεγαλύτερα κίνητρα για την έναρξη εργασίας, όπως ο συμψηφισμός των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για θέσεις εργασίας χαμηλού εισοδήματος.
Πρόσφατη μελέτη που δημοσίευσε η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην οποία συνέβαλε το JRC, αποσκοπεί στη διερεύνηση του βέλτιστου τρόπου σχεδιασμού του εν λόγω επιδόματος στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να αυξήσει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας κατά 0,9 % του εργατικού δυναμικού, ιδίως μεταξύ των γυναικών. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα προστεθούν περίπου 60 000 επιπλέον εργαζόμενοι στην οικονομία και θα αυξηθούν οι συνολικές ώρες εργασίας κατά 1,2 %. Παράλληλα, εκτιμάται ότι το ποσοστό κινδύνου φτώχειας θα μειωθεί κατά περίπου 0,6 % για τον ενεργό πληθυσμό.
Το δημοσιονομικό κόστος της εφαρμογής ενός τέτοιου συστήματος εκτιμάται σε περίπου 290 εκατ. EUR ετησίως. Ωστόσο, το σύστημα θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά σε μια συνολική στρατηγική που θα συντελέσει στην κινητοποίηση και στη διευκόλυνση της επιστροφής στην αγορά εργασίας των μακροχρόνια ανέργων και του οικονομικά ανενεργού πληθυσμού της χώρας, εστιάζοντας παράλληλα στη μείωση της φτώχειας των εργαζομένων.
Πηγή: commission-greece-meleti
Photo by Hans Reniers on Unsplash



